Η Λουίζα Παπαλοΐζου (1972) γεννήθηκε στη Μόρφου, μεγάλωσε
στη Λεμεσό, σπούδασε στην Αγγλία και στη
συνέχεια στην Αμερική όπου έζησε για έντεκα χρόνια. Για τη συλλογή διηγημάτων
με τον τίτλο «Απειλούμενα Είδη» (Εκδόσεις Αφή) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο
Λογοτεχνίας Πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη το 2010. Ελπίζει ότι το 2017 θα
καταφέρει επιτέλους να ολοκληρώσει το δεύτερό της βιβλίο, μυθιστόρημα.
ΑΠΕΙΛΟΥΜΕΝΑ ΕΙΔΗ (2010)
(Απόσπασμα)
VII
Κρατούν ο ένας το χέρι του άλλου και περπατούν στο πάρκο.
Ένας άντρας και μια γυναίκα. Είναι μια κρύα χειμωνιάτικη μέρα, αλλά ο ουρανός
είναι καθαρός και ο ήλιος λάμπει. Περπατούν σε λιθόστρωτα δρομάκια, δίπλα από λιμνούλες
με πάπιες, που τσαλαβουτούν στα παγωμένα νερά και σκιουράκια, που
ανεβοκατεβαίνουν νευρικά στους κορμούς των δέντρων. Κάπου-κάπου άνθρωποι με
αθλητικά ρούχα τους προσπερνούν ασθμαίνοντας και αυτοί με τη σειρά τους
προσπερνούν παιδιά πάνω σε τρίκυκλα και γέρους καθισμένους σε παγκάκια. Έχουν
μια ζεστασιά τα πάρκα τις Κυριακές, ακόμη και μια τέτοια κρύα μέρα, μια
θαλπωρή, που νιώθει πως λείπει παντελώς από την καθημερινότητα της πόλης. Από
αυτή, τη γεμάτη ευρωστία και απώτερο σκοπό, καθημερινότητα της πόλης. Αντίθετα,
οι Κυριακές τη γεμίζουν με μια γλυκιά νοσταλγία. Από μακριά ακούγεται ο
ρυθμικός καλπασμός αλόγων — μια χλιδάτη άμαξα γεμάτη τουρίστες — και για κάποιο
λόγο την πλημυρίζει μια
ανεξήγητη θλίψη για εκείνα τα άλογα.
Κάθε
Κυριακή απόγευμα δίνουν ραντεβού στο πάρκο. Περπατούν και μιλούν, λες και
γνωρίζονται χρόνια. Μιλούν για τα πάντα. Κάποια στιγμή, όχι στην αρχή, αλλά
ούτε και στο τέλος, εκείνος απλώνει το χέρι του ψάχνοντας το δικό της. Του το
δίνει χωρίς ενδοιασμό κι εκείνος το κρατά σφιχτά μέχρι το τέλος. Δεν ξέρει τι
νιώθει γι’ αυτόν. Αν ο έρωτας είναι μια θαλασσοταραχή, τότε σίγουρα αυτή δεν
είναι ερωτευμένη. Αυτό που νιώθει είναι ένα απαλό, γαλήνιο συναίσθημα, όπως
αυτό που σου προκαλεί μια απρόσμενη χειρονομία αβρότητας μέσα στη στυγνή
καθημερινότητα της πόλης: ο νέος, που παραχωρεί τη θέση του σ’ έναν ηλικιωμένο
στο τρένο, το παιδάκι, που σε κερνά σοκολάτα από τη διπλανή θέση, ο άστεγος,
που βοηθά έναν κοστουμαρισμένο τυφλό άνδρα να διασταυρώσει τον δρόμο. Τι άλλα
παραδείγματα αβρότητας απομένουν; Είναι πολύ πιο εύκολο να βρεις δείγματα για
τη σκαιότητα της ζωής παρά για το αντίθετο.
Έχουν
σταματήσει να πηγαίνουν στις συνεδρίες. Αυτοί οι περίπατοι, σιγά-σιγά τις
εκτοπίζουν. Τους είναι αρκετό να είναι μαζί και να μιλούν ο ένας στον άλλον. 0
ένας για τον άλλον. Του μιλά χωρίς αναστολές. Για την Αλίκη, για τα ξεσπάσματα,
τις ανταρσίες, τις ανυπακοές της. Του εκμυστηρεύεται πόσο την τρομάζει το
γεγονός πως όσο περνά ο καιρός, τόσο περισσότερο η Αλίκη μοιάζει στον πατέρα
της — όχι φυσιογνωμικά, εκτός ίσως από τα μάτια, έχουν τα ίδια κατηφορικά μάτια
- αλλά ιδιοσυγκρασιακά. Είναι υπερβολικά εσωστρεφής και κυκλοθυμική, όπως κι
εκείνος. Του μιλά για το παρελθόν, του μιλά ακόμη και για την Αμμόχωστο.
«Ξέρεις τι θα πει Αμμόχωστος;» Πού να ξέρει! «Μια πόλη χωμένη στην άμμο». Κι
εκείνος θυμάται να της πει για ένα ταξίδι, πριν χρόνια, στην έρημο, εκεί όπου
οι αμμόλοφοι έχουν το πιο όμορφο κεχριμπαρένιο χρώμα κι όταν φυσάει ο άνεμος,
ένας καυτός, ψιχαλιστός άνεμος, βλέπεις την έρημο να κινείται σύσσωμη κάτω από
τα πόδια σου.
Ο πιο αισθησιακός χορός, που έχεις δει ποτέ σου!
«Νιώθεις ποτέ ευτυχισμένος;» τον ρωτά μια μέρα.
Τον φέρνει
σε δύσκολη θέση. Το βλέπει στα μάτια του. Τα μάτια του έχουν το πράσινο και το
γαλάζιο της διάφανης θάλασσας. Μέσα τους μπορεί να δει τα υπόγεια ρέματα να
παρασέρνουν κοχύλια και μικρά σκουπιδάκια στην άμμο, μπορεί ακόμα να δει μικρές
αγέλες ψαριών να κολυμπούν αλλάζοντας νευρικά κατεύθυνση. Της αρέσει να
σκέφτεται πως τα μάτια του αντικατοπτρίζουν όλα όσα νιώθει και σκέφτεται πως
μπορεί να διαβάσει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, με μια και μόνο ματιά
στα μάτια του.
Είναι ή
δεν είναι, τελικά, τα μάτια ο καθρέφτης της ψυχής;
«Δεν είμαι
σίγουρος αν ξέρω πια τι θα πει ευτυχία. Όταν παντρεύτηκα τη γυναίκα μου, ένιωθα
πανευτυχής. Όταν πρωτοαντίκρισα τον γιο μου, κατάλαβα πως τίποτα, απ’ όλα όσα
είχα ζήσει, δεν μπορούσαν να συγκριθούν με τον βαθμό ευτυχίας που βίωνα εκείνη
τη στιγμή. Και μετά, μια μέρα, όλα τέλειωσαν. Όλα ανατράπηκαν. Το ζενίθ και το
ναδίρ. Και τότε κατάλαβα πως η ευτυχία μπορεί, τελικά, να είναι μια
ψευδαίσθηση, μια όαση στη μέση της ερήμου».
Κάποτε
νιώθει ότι με τα λόγια του δίνει σχήμα και μορφή στο μέσα της, αναγκάζοντάς την
να ανασυρθεί από εκείνο το φαράγγι, που κατρακύλησε πριν χρόνια. Του σφίγγει το
χέρι. Δεν ξέρει τι άλλο να του πει.
«Εσύ;»
Τη φοβόταν αυτή την ερώτηση.
«Έχω πάψει να αναζητώ την ευτυχία. Μετά από ένα τέτοιο
πλήγμα, μετά από μια τέτοια προδοσία, η ευτυχία δεν μπορεί να είναι ποτέ ξανά η
ίδια. Είναι μια υποψιασμένη ευτυχία, μια ευτυχία που εμπεριέχει τη γνώση ότι,
ανά πάσα στιγμή, όλα μπορούν να ανατραπούν, να τελειώσουν. Αυτό είναι το μόνο
είδος ευτυχίας το οποίο είμαι ικανή να νιώσω».
«Τελικά, αναρωτιέμαι μήπως όλη αυτή η αναζήτηση, ευθύνεται
περισσότερο από όλα για τη δυστυχία μας. Έχω την εντύπωση πως έχουμε μπερδέψει
την ευτυχία με την αναζήτηση κι αυτό που κατά βάθος αναζητούμε είναι ο
στιγμιαίος ενθουσιασμός. Λες και παίζουμε κρυφτούλι. Και, μόλις βρούμε αυτό που
ψάχνουμε, μόλις το κατακτήσουμε, βάζουμε πλώρη για την επόμενη κατά-
κτηση. Μόλις βρούμε έναν άνθρωπο, που μας κάνει ευτυχισμένους,
αρχίζουμε να αναζητούμε αυτόν, που δυνητικά θα μας έκανε ακόμη πιο
ευτυχισμένους».
«Αυτός ο καταραμένος, ο υπερθετικός βαθμός. 0 ανώτερος
βαθμός της σύγκρισης. Καλός, καλύτερος, κάλλιστος. Δεν σταματάει πουθενά. Αυτό
είναι το πρόβλημα».
«Γιατί το
πρόβλημα, δεν είναι να μάθεις να ζητάς. Το πρόβλημα είναι να μάθεις πότε να
σταματάς».
«Κι εμείς,
σίγουρα, ιδέα δεν έχουμε πότε να πατάμε φρένο».
«Αφού κάτι
εκεί έξω μπορεί να μας κάνει ευτυχισμένους, τότε ας ξεφτιλιστούμε στην
αναζήτηση».
«Αυτό, δεν
κάνουμε;»
«Μέχρι να
γίνουμε όλοι δυστυχισμένοι!»
Αλληλοκοιτάζονται
και γελούν ταυτόχρονα.
Δυο
άνθρωποι πλήρως εναρμονισμένοι. Όπως το αριστερό και δεξιό ημισφαίριο του
εγκεφάλου, όπως το δεξί και το αριστερό χέρι. Δεν ξέρει πώς να ονομάσει αυτό
που νιώθει όταν βρίσκεται δίπλα του, αυτό το ακύμαντο, διαφανές συναίσθημα.
Κάθονται
σ’ ένα παγκάκι απέναντι από τη λίμνη. Ο ήλιος γέρνει και γεμίζει τον ουρανό με
σπαρακτικά χρώματα· μοβ, πορτοκαλί, μαύρο. Τα βλέπει να αντικατοπτρίζονται στην
επιφάνεια της λίμνης. Μια ακύμαντη λίμνη στο σούρουπο. Μπορεί να δει καθαρά το
περίγραμμα της λίμνης και μια πάπια, με νεογνά να τη διασχίζει, και για μια
στιγμή σκέφτεται πως αυτό που αισθάνεται, ίσως, να λέγεται ευτυχία.
…/…
IX
Τα βράδια κάθεσαι στη στάση του λωτού και προσπαθείς να
μη σκέφτεσαι απολύτως τίποτα. Το απόλυτο κενό. Αυτό είναι το ανώτερο επίπεδο
αυτοσυγκέντρωσης, το υψηλότερο σημείο σκέψης που υπάρχει. Όταν
φτάνεις εκεί, τότε οι μνήμες αρχίζουν να σκάνε μπροστά
σου σαν τσιχλόφουσκες. Οι μνήμες, που έχεις λησμονήσει. Τον βλέπεις μπροστά
σου. Σε κρατά με τα χέρια σηκωμένα ψηλά σαν να κρατά εικόνισμα. Είναι πάντοτε
ίδιος, όπως στη φωτογραφία. Δεν έχει αλλάξει καθόλου από τότε: μαύρο μαλλί,
χλωμό δέρμα, κατηφορικά μάτια. Φορά το ίδιο γκρι πουλόβερ με τους μπορντό
ρόμβους και τη μαύρη καμπαρντίνα. Ακόμη και όταν είναι καλοκαίρι φορά την ίδια
καμπαρντίνα. Του λες να τη βγάλει, αλλά εκείνος αρνείται. Σε σηκώνει ψηλά και
σε στροβιλίζει γύρω από τον εαυτό του, ώσπου ζαλίζεται
και σταματά. Εσύ δεν έχεις ζαλιστεί καθόλου. Εσύ θέλεις
να βγάλει την καμπαρντίνα, αλλά εκείνος αρνείται. Μετά, σε βάζει πίσω στο
κρεβατάκι με τα ξύλινα κάγκελα και φεύγει. Τρέχεις στο παράθυρο να τον
προλάβεις, και απορείς που ένα βρέφος μπορεί να περπατά, πόσο μάλλον να τρέχει
κιόλας. Στέκεσαι στο παράθυρο και τον βλέπεις καθώς μπαίνει στο αυτοκίνητο. Ένα
μαύρο αυτοκίνητο με φιμέ τζάμια απομακρύνεται αθόρυβα.
Πάντοτε η
ίδια εικόνα. Εσύ την πλάθεις. Εσύ της δίνεις σάρκα και πνοή. Αυτός είναι. Γι’
αυτό είσαι σίγουρη. Ο άνθρωπος πίσω από το τιμόνι είναι ο πατέρας σου.
Επέστρεψε για να σε πάρει μαζί του.




