Δευτέρα 3 Απριλίου 2017

ΛΟΥΙΖΑ ΠΑΠΑΛΟΪΖΟΥ




Η Λουίζα Παπαλοΐζου (1972) γεννήθηκε στη Μόρφου, μεγάλωσε στη Λεμεσό,  σπούδασε στην Αγγλία και στη συνέχεια στην Αμερική όπου έζησε για έντεκα χρόνια. Για τη συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο «Απειλούμενα Είδη» (Εκδόσεις Αφή) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας Πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη το 2010. Ελπίζει ότι το 2017 θα καταφέρει επιτέλους να ολοκληρώσει το δεύτερό της βιβλίο, μυθιστόρημα.


ΑΠΕΙΛΟΥΜΕΝΑ ΕΙΔΗ   (2010)







(Απόσπασμα)


VII

Κρατούν ο ένας το χέρι του άλλου και περπατούν στο πάρκο. Ένας άντρας και μια γυναίκα. Είναι μια κρύα χειμωνιάτικη μέρα, αλλά ο ουρανός είναι καθαρός και ο ήλιος λάμπει. Περπατούν σε λιθόστρωτα δρομάκια, δίπλα από λιμνούλες με πάπιες, που τσαλαβουτούν στα παγωμένα νερά και σκιουράκια, που ανεβοκατεβαίνουν νευρικά στους κορμούς των δέντρων. Κάπου-κάπου άνθρωποι με αθλητικά ρούχα τους προσπερνούν ασθμαίνοντας και αυτοί με τη σειρά τους προσπερνούν παιδιά πάνω σε τρίκυκλα και γέρους καθισμένους σε παγκάκια. Έχουν μια ζεστασιά τα πάρκα τις Κυριακές, ακόμη και μια τέτοια κρύα μέρα, μια θαλπωρή, που νιώθει πως λείπει παντελώς από την καθημερινότητα της πόλης. Από αυτή, τη γεμάτη ευρωστία και απώτερο σκοπό, καθημερινότητα της πόλης. Αντίθετα, οι Κυριακές τη γεμίζουν με μια γλυκιά νοσταλγία. Από μακριά ακούγεται ο ρυθμικός καλπασμός αλόγων — μια χλιδάτη άμαξα γεμάτη τουρίστες — και για κάποιο λόγο την πλημυρίζει μια
ανεξήγητη θλίψη για εκείνα τα άλογα.
          Κάθε Κυριακή απόγευμα δίνουν ραντεβού στο πάρκο. Περπατούν και μιλούν, λες και γνωρίζονται χρόνια. Μιλούν για τα πάντα. Κάποια στιγμή, όχι στην αρχή, αλλά ούτε και στο τέλος, εκείνος απλώνει το χέρι του ψάχνοντας το δικό της. Του το δίνει χωρίς ενδοιασμό κι εκείνος το κρατά σφιχτά μέχρι το τέλος. Δεν ξέρει τι νιώθει γι’ αυτόν. Αν ο έρωτας είναι μια θαλασσοταραχή, τότε σίγουρα αυτή δεν είναι ερωτευμένη. Αυτό που νιώθει είναι ένα απαλό, γαλήνιο συναίσθημα, όπως αυτό που σου προκαλεί μια απρόσμενη χειρονομία αβρότητας μέσα στη στυγνή καθημερινότητα της πόλης: ο νέος, που παραχωρεί τη θέση του σ’ έναν ηλικιωμένο στο τρένο, το παιδάκι, που σε κερνά σοκολάτα από τη διπλανή θέση, ο άστεγος, που βοηθά έναν κοστουμαρισμένο τυφλό άνδρα να διασταυρώσει τον δρόμο. Τι άλλα παραδείγματα αβρότητας απομένουν; Είναι πολύ πιο εύκολο να βρεις δείγματα για τη σκαιότητα της ζωής παρά για το αντίθετο.
          Έχουν σταματήσει να πηγαίνουν στις συνεδρίες. Αυτοί οι περίπατοι, σιγά-σιγά τις εκτοπίζουν. Τους είναι αρκετό να είναι μαζί και να μιλούν ο ένας στον άλλον. 0 ένας για τον άλλον. Του μιλά χωρίς αναστολές. Για την Αλίκη, για τα ξεσπάσματα, τις ανταρσίες, τις ανυπακοές της. Του εκμυστηρεύεται πόσο την τρομάζει το γεγονός πως όσο περνά ο καιρός, τόσο περισσότερο η Αλίκη μοιάζει στον πατέρα της — όχι φυσιογνωμικά, εκτός ίσως από τα μάτια, έχουν τα ίδια κατηφορικά μάτια - αλλά ιδιοσυγκρασιακά. Είναι υπερβολικά εσωστρεφής και κυκλοθυμική, όπως κι εκείνος. Του μιλά για το παρελθόν, του μιλά ακόμη και για την Αμμόχωστο. «Ξέρεις τι θα πει Αμμόχωστος;» Πού να ξέρει! «Μια πόλη χωμένη στην άμμο». Κι εκείνος θυμάται να της πει για ένα ταξίδι, πριν χρόνια, στην έρημο, εκεί όπου οι αμμόλοφοι έχουν το πιο όμορφο κεχριμπαρένιο χρώμα κι όταν φυσάει ο άνεμος, ένας καυτός, ψιχαλιστός άνεμος, βλέπεις την έρημο να κινείται σύσσωμη κάτω από τα πόδια σου.
Ο πιο αισθησιακός χορός, που έχεις δει ποτέ σου!
«Νιώθεις ποτέ ευτυχισμένος;» τον ρωτά μια μέρα.
          Τον φέρνει σε δύσκολη θέση. Το βλέπει στα μάτια του. Τα μάτια του έχουν το πράσινο και το γαλάζιο της διάφανης θάλασσας. Μέσα τους μπορεί να δει τα υπόγεια ρέματα να παρασέρνουν κοχύλια και μικρά σκουπιδάκια στην άμμο, μπορεί ακόμα να δει μικρές αγέλες ψαριών να κολυμπούν αλλάζοντας νευρικά κατεύθυνση. Της αρέσει να σκέφτεται πως τα μάτια του αντικατοπτρίζουν όλα όσα νιώθει και σκέφτεται πως μπορεί να διαβάσει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, με μια και μόνο ματιά στα μάτια του.
          Είναι ή δεν είναι, τελικά, τα μάτια ο καθρέφτης της ψυχής;
          «Δεν είμαι σίγουρος αν ξέρω πια τι θα πει ευτυχία. Όταν παντρεύτηκα τη γυναίκα μου, ένιωθα πανευτυχής. Όταν πρωτοαντίκρισα τον γιο μου, κατάλαβα πως τίποτα, απ’ όλα όσα είχα ζήσει, δεν μπορούσαν να συγκριθούν με τον βαθμό ευτυχίας που βίωνα εκείνη τη στιγμή. Και μετά, μια μέρα, όλα τέλειωσαν. Όλα ανατράπηκαν. Το ζενίθ και το ναδίρ. Και τότε κατάλαβα πως η ευτυχία μπορεί, τελικά, να είναι μια ψευδαίσθηση, μια όαση στη μέση της ερήμου».
          Κάποτε νιώθει ότι με τα λόγια του δίνει σχήμα και μορφή στο μέσα της, αναγκάζοντάς την να ανασυρθεί από εκείνο το φαράγγι, που κατρακύλησε πριν χρόνια. Του σφίγγει το χέρι. Δεν ξέρει τι άλλο να του πει.
«Εσύ;»
Τη φοβόταν αυτή την ερώτηση.
«Έχω πάψει να αναζητώ την ευτυχία. Μετά από ένα τέτοιο πλήγμα, μετά από μια τέτοια προδοσία, η ευτυχία δεν μπορεί να είναι ποτέ ξανά η ίδια. Είναι μια υποψιασμένη ευτυχία, μια ευτυχία που εμπεριέχει τη γνώση ότι, ανά πάσα στιγμή, όλα μπορούν να ανατραπούν, να τελειώσουν. Αυτό είναι το μόνο είδος ευτυχίας το οποίο είμαι ικανή να νιώσω».
«Τελικά, αναρωτιέμαι μήπως όλη αυτή η αναζήτηση, ευθύνεται περισσότερο από όλα για τη δυστυχία μας. Έχω την εντύπωση πως έχουμε μπερδέψει την ευτυχία με την αναζήτηση κι αυτό που κατά βάθος αναζητούμε είναι ο στιγμιαίος ενθουσιασμός. Λες και παίζουμε κρυφτούλι. Και, μόλις βρούμε αυτό που ψάχνουμε, μόλις το κατακτήσουμε, βάζουμε πλώρη για την επόμενη κατά-
κτηση. Μόλις βρούμε έναν άνθρωπο, που μας κάνει ευτυχισμένους, αρχίζουμε να αναζητούμε αυτόν, που δυνητικά θα μας έκανε ακόμη πιο ευτυχισμένους».
«Αυτός ο καταραμένος, ο υπερθετικός βαθμός. 0 ανώτερος βαθμός της σύγκρισης. Καλός, καλύτερος, κάλλιστος. Δεν σταματάει πουθενά. Αυτό είναι το πρόβλημα».
          «Γιατί το πρόβλημα, δεν είναι να μάθεις να ζητάς. Το πρόβλημα είναι να μάθεις πότε να σταματάς».
          «Κι εμείς, σίγουρα, ιδέα δεν έχουμε πότε να πατάμε φρένο».
          «Αφού κάτι εκεί έξω μπορεί να μας κάνει ευτυχισμένους, τότε ας ξεφτιλιστούμε στην αναζήτηση».
          «Αυτό, δεν κάνουμε;»
          «Μέχρι να γίνουμε όλοι δυστυχισμένοι!»
          Αλληλοκοιτάζονται και γελούν ταυτόχρονα. 
          Δυο άνθρωποι πλήρως εναρμονισμένοι. Όπως το αριστερό και δεξιό ημισφαίριο του εγκεφάλου, όπως το δεξί και το αριστερό χέρι. Δεν ξέρει πώς να ονομάσει αυτό που νιώθει όταν βρίσκεται δίπλα του, αυτό το ακύμαντο, διαφανές συναίσθημα.
          Κάθονται σ’ ένα παγκάκι απέναντι από τη λίμνη. Ο ήλιος γέρνει και γεμίζει τον ουρανό με σπαρακτικά χρώματα· μοβ, πορτοκαλί, μαύρο. Τα βλέπει να αντικατοπτρίζονται στην επιφάνεια της λίμνης. Μια ακύμαντη λίμνη στο σούρουπο. Μπορεί να δει καθαρά το περίγραμμα της λίμνης και μια πάπια, με νεογνά να τη διασχίζει, και για μια στιγμή σκέφτεται πως αυτό που αισθάνεται, ίσως, να λέγεται ευτυχία.


…/…


IX

Τα βράδια κάθεσαι στη στάση του λωτού και προσπαθείς να μη σκέφτεσαι απολύτως τίποτα. Το απόλυτο κενό. Αυτό είναι το ανώτερο επίπεδο αυτοσυγκέντρωσης, το υψηλότερο σημείο σκέψης που υπάρχει. Όταν
φτάνεις εκεί, τότε οι μνήμες αρχίζουν να σκάνε μπροστά σου σαν τσιχλόφουσκες. Οι μνήμες, που έχεις λησμονήσει. Τον βλέπεις μπροστά σου. Σε κρατά με τα χέρια σηκωμένα ψηλά σαν να κρατά εικόνισμα. Είναι πάντοτε ίδιος, όπως στη φωτογραφία. Δεν έχει αλλάξει καθόλου από τότε: μαύρο μαλλί, χλωμό δέρμα, κατηφορικά μάτια. Φορά το ίδιο γκρι πουλόβερ με τους μπορντό ρόμβους και τη μαύρη καμπαρντίνα. Ακόμη και όταν είναι καλοκαίρι φορά την ίδια καμπαρντίνα. Του λες να τη βγάλει, αλλά εκείνος αρνείται. Σε σηκώνει ψηλά και σε στροβιλίζει γύρω από τον εαυτό του, ώσπου ζαλίζεται
και σταματά. Εσύ δεν έχεις ζαλιστεί καθόλου. Εσύ θέλεις να βγάλει την καμπαρντίνα, αλλά εκείνος αρνείται. Μετά, σε βάζει πίσω στο κρεβατάκι με τα ξύλινα κάγκελα και φεύγει. Τρέχεις στο παράθυρο να τον προλάβεις, και απορείς που ένα βρέφος μπορεί να περπατά, πόσο μάλλον να τρέχει κιόλας. Στέκεσαι στο παράθυρο και τον βλέπεις καθώς μπαίνει στο αυτοκίνητο. Ένα μαύρο αυτοκίνητο με φιμέ τζάμια απομακρύνεται αθόρυβα.
          Πάντοτε η ίδια εικόνα. Εσύ την πλάθεις. Εσύ της δίνεις σάρκα και πνοή. Αυτός είναι. Γι’ αυτό είσαι σίγουρη. Ο άνθρωπος πίσω από το τιμόνι είναι ο πατέρας σου.
Επέστρεψε για να σε πάρει μαζί του.

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2016

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝ







Ο Ανδρέας Καραγιάν γεννήθηκε στη Λευκω­σία το 1943 και σπούδασε Ιατρική στο Πανε­πιστήμιο Αθηνών, όπου πήρε το δίπλωμα του το 1967. Ταξίδεψε στο Λονδίνο για ειδικό­τητα, αλλά γοητεύτηκε από την περιρρέου­σα ατμόσφαιρα των late '60s και εγκατέλειψε την Ιατρική, για να σπουδάσει Ζωγραφική στο Central και στο Camberwell Schools of Art. Στη συνέχεια σπούδασε Χαρακτική στη Γερ­μανία και έζησε αρκετό καιρό στο Βερολίνο. Το 1978 έκανε την πρώτη του ατομική έκθεση στην γκαλερί «Ώρα», στην Αθήνα. Ως ζωγράφος   αντιπροσώπευσε την Κύπρο στην Μπιενάλε της Βενετίας (2001) και στην Μπιενάλε του Καΐρου (2006). Επίσης εικονογράφησε ποιήματα του Κ. Π. Καβά­φη που εκδοθήκαν στο Βερολίνο.  Από το 1978 έως το 2004 ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και την κρι­τική κινηματογράφου και θεάτρου. Το 2007, κατόπιν προσκλήσεως της βιβλιοθήκης Αλεξάνδρειας έζησε στην Αλεξάνδρεια και δημιούργησε μια σειρά έργων με αλεξανδρινά θέματα τα οποία εκτεθήκαν στην βιβλιοθήκη. Από το 2004  γράφει την μυθιστορηματική αυτοβιογραφία του. Μέχρι στιγμής έχουν κυκλοφορήσει: Αληθής Ιστορία  από τις  εκδόσεις Καστανιώτη (2008), Ανήθικες Ιστορίες  από τις  εκδόσεις Γαβριηλίδη (2011, Κρατικό βραβείο Μυθιστορήματος Κυπριακής Δημοκρατίας), Σκοτεινές Ιστορίες από τις εκδόσεις της Εστίας (2013, Κρατικό βραβείο Μυθιστορήματος Κυπριακής Δημοκρατίας), Άκρατος Γέλωτας από τις εκδόσεις της Εστίας (2016). Αναδρομικοί κατάλογοι του ζωγραφικού του έργου : Μια Ζωή (2002) και Terra Incognita (2008) από τις εκδόσεις Έντύποις.
















Η ΑΛΗΘΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑ  (2008)


ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ


ΤΑ ΠΡΩΙΜΑ ΧΡΟΝΙΑ


ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ


Καρμέλλα - Νίκος – Τζων


Η Ελένη ήταν η πιστή φίλη της μητέρας. Μια γυναίκα ψηλή με ατίθασα μαλλιά, που έμενε ακριβώς απέναντι από την πίσω πόρτα του μαγαζιού. Ήταν ερωτευμένη με τον πρώτο της ξάδελφο, αλλά η ορθόδοξη Εκκλησία αρνιόταν να τους παντρέψει κι έτσι σηκώθηκαν και πήγαν στο εξωτερικό, όπου έκαναν
πολιτικό γάμο. Η Ελένη ήταν δασκάλα στο Δημοτικό και λάτρης του ελληνικού πνεύματος και φυσικά της Ένωσης. Σ’ αυτό ταίριαζε με τον Νίκο Θεοφανίδη, τον παιδίατρο, τον οποίο γνώρισε σε κάποια συνεστίαση. Τέτοιες συγκεντρώσεις γίνονταν τότε, γιατί ο πόλεμος πλανιόταν παντού αφυπνίζοντας έναν ενθουσιασμό στους νέους ανθρώπους.
          Μια και ο Θεοφανίδης ήταν και όμορφος και γιατρός και άγαμος, ήταν περιζήτητος γαμπρός. Η Ελένη, λοιπόν, το έβαλε σκοπό να ενώσει τον Νίκο με την Καρμέλλα, γνωστή για την ομορφιά και τους ωραίους της τρόπους. Ένα απόγευμα στο σπίτι της Ελένης γνώρισε ο Νίκος την Καρμέλλα.
          Όταν έγινε η εκκένωση και άδειασε η Λευκωσία, η οικογένεια της γιαγιάς κατέφυγε σ’ ένα χωριό κοντά στη Μύρτου. Για λίγο χώρισαν οι δυο τους, αλλά ο χωρισμός δυνάμωσε τα αισθήματά τους. Ανήσυχη εποχή, όμως παρά τα προβλήματα του πολέμου ήταν μία εποχή που ένωνε τους ανθρώπους και η αγωνία για το αύριο τους έκανε να ομορφαίνουν την κάθε στιγμή της ζωής τους στο σήμερα.
          Έτσι ζούσαν τον έρωτά τους ο Νίκος και η Καρμέλλα. Βλεπόντουσαν καθημερινώς, αλλά ο καιρός περνούσε και για γάμο δεν γινότανε κουβέντα. Η μάνα μου ήταν καθολική, μαρωνίτισσα και καμιά ελληνική ορθόδοξη καθώς πρέπει οικογένεια δεν θα άνοιγε τις πόρτες της σε μιαν «αλλόπιστη». «Τι θα
πει, παιδί μου, ο κόσμος αν φέρεις στο σπίτι μας μια μαρωνίτισσα;» Η Ελένη προσπάθησε να πείσει τη μητέρα μου να βαφτιστεί ορθόδοξη, εις μάτην όμως. Εξάλλου και ο Θεοφανίδης, που έστρωνε τότε τη δουλειά του κι έβλεπε τα προβλήματα της ένωσής τους, παρά τον έρωτά του δεν ήταν διατεθειμένος να δεσμευτεί πάραυτα. Ήταν ρεαλιστής, η ζωή όλη του ανήκε - έστω και χωρίς την Καρμέλλα.
          Με τον πόλεμο τα πράγματα άρχισαν να μην πηγαίνουν πολύ καλά και η μητέρα έβλεπε δύσκολους καινούς να έρχονται και ότι δεν θα τα έβγαζε πέρα μόνη. Τότε της φέρανε προξενιά για έναν καλοβαλμένο κύριο, ο οποίος είχε έλθει από την Αλεξάνδρεια με τη μητέρα του. Η καταγωγή του ήταν από την
Κωνσταντινούπολη, είχε καλή θέση στην Τράπεζα, ήταν επίσης καθολικός και συμπαθής στην όψη. Η Καρμέλλα το ανέφερε στον Νίκο. Εκείνος της είπε: «Να τον πάρεις». Η μάνα μου ήταν ανεξάρτητη και βλέποντας τη στάση του Νίκου και ότι τα χρόνια περνούσαν είπε το «Ναι» αποχαιρετώντας τον. Ο
καθένας τράβηξε τον δρόμο του.
          Η μητέρα παντρεύτηκε τον Τζων Καραγιάν και μετακόμισε στην οδό Ουζουνιάν. Στην αρχή πήγαιναν όλα καλά, ο Τζων είχε συμπαθήσει την Καρμέλλα κι εκείνη πληγωμένη από τη στάση του Νίκου του αφοσιώθηκε.
          Ο χρόνος κυλούσε. Ο Καραγιάν έχοντας ζήσει μιαν ανεξάρτητη ζωή, ήταν γνωστός γλεντζές, δυσκολευόταν να προσαρμοστεί στην καθημερινότητα του γάμου. Τελικά η σχέση με τον Καραγιάν δεν πήγαινε άλλο, ωστόσο διαζύγιο δεν μπορούσε να πάρει. Ο ιερέας με τον οποίο συζήτησε το πρόβλημα είπε ότι η Εκκλησία μπορούσε να της δώσει χαρτί «διαχωρισμοί
κλίνης».
Ένα ανοιξιάτικο απόγευμα, καθώς η μητέρα μου εργαζόταν στο μαγαζί, άνοιξε η πίσω πόρτα κι εμφανίστηκε ο Νίκος. Είχαν να ειδωθούν δυο χρόνια.
Έτσι γεννήθηκα.


ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ


Η ΓΛΥΚΕΙΑ ΑΙΣΘΗΣΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΠΑΡΟΧΗΜΕΝΩΝ


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ


«Ό,τι μας φέρει η Παναγίτσα»


Η Ευαγγελία ήταν πρόσφυγας από τη Σμύρνη. Από καλή οικογένεια, αναγκάστηκε τελικά να μάθει ραπτική για να επιζήσει σ’ ένα ξένο και εχθρικό περιβάλλον -στην Ελλάδα σαν πρόσφυγας εθεωρείτο ως κάτι το επίφοβο- και να μεγαλώσει τα δυο παιδιά της από έναν άντρα Κρητικό, που τον έδιωξε πολύ νωρίς. Στην Ευαγγελία πήγα ως οικότροφος. Αμέσως ανέλαβε τον ρόλο της μάνας για μένα. Στο σαλόνι ήταν κρεμασμένο ένα πορτρέτο, ένα κοριτσάκι επάνω σε καρέκλα. Το δικό της πορτρέτο ντυμένο με τα μεγαλεία του παρελθόντος.
          «Oi τόνοι είναι τγεις, οτσία, βαεία και πεπωμένη». Μου διηγήθηκε ότι σε μια μαθητική παράσταση στη Σμύρνη, όπου έπαιζε η μεγαλύτερη αδελφή της, αυτή ζήλεψε, έτρεξε επάνω στη σκηνή, ανέβηκε σε μια καρέκλα, έκανε βαθιά υπόκλιση και  απήγγειλε ό,τι μόλις είχε μάθει, τους τρεις τόνους! Το θέατρο σείστηκε στα χειροκροτήματα. Της Ευαγγελίας της άρεσε να κλέβει πάντα την παράσταση.
          Ήξερε να λέει ωραίες ιστορίες από την παλιά εποχή. Ήταν ροδομάγουλη, με λαμπερά γαλάζια μάτια και στολιζόταν φιγουρίνι για να πάει στην όπερα. Το πρωί ράφτρα, το βράδυ γκραν νταμ. Ντυνότανε στις δαντέλες, στα πράσινα ή τα θαλασσιά, για να τονίζει τα μάτια της, και στολιζότανε με τα χρυσαφικά της, που είχαν τη δική τους ιστορία.
          Οι γονείς της μένανε στην Πούντα, την πιο αριστοκρατική συνοικία της Σμύρνης. Ο πατέρας είχε μεγάλο εργοστάσιο σιδηρικών. Στην Πούντα μένανε και οι ξένοι και γι’ αυτό τον λόγο, παρόλο που οι Τούρκοι είχανε σημαδέψει τα σπίτια των Ελλήνων, πρόλαβε η μητέρα να ράψει στα μεσοφούστανα αυτηνής και της αδελφής της τα χρυσαφικά και αποπάνω τους φόρεσε τα φουστανάκια τους, για να μπορέσουν να περάσουν απαρατήρητες. Η Ευαγγελία ήταν μόλις δέκα χρόνων. Μου έλεγε πως ο πατέρας της είχε βάλει ψεύτικα μαλλιά και γένια, ντύθηκε στα κουρέλια να μοιάζει γέρος αλήτης, μην και τον εσφάξουνε οι Τούρκοι που σκοτώνανε όποιο νέο άνθρωπο βλέπανε. Μου έλεγε ότι τρέχανε μέσα από βρόντους και ντουφεκισμούς, και κλαίγανε, και δεν τολμούσαν να γυρίσουν τα κεφάλια πίσω να δούνε αν το ωραίο αρχοντικό τους καιγότανε, και τρέχανε, και τρέχανε μπροστά, και βλέπανε κομμένα κεφάλια από τη μια μεριά, σφαγμένα σώματα από την άλλη, σκοτωμένους ανθρώπους, άλλοι πέφτανε στη θάλασσα και πνιγόντουσαν, τρέχανε, τρέχανε μπας και βρούνε κάποιο καράβι να φύγουνε, να σωθούνε.
          Δάκρυζε. Σταύρωνε τον εαυτό της, «Σ’ ευχαριστώ, Παναγίτσα μου, που μ’ έσωσες, άλλο να σ’ τα λέω, Ανδρίκο μου», έτσι με αποκαλούσε τρυφερά, «και άλλο να τα ζεις». Εγώ ρωτούσα με αγωνία, «Μετά, μετά τι έγινε;» Έγερνε προς τα πίσω το κεφάλι, σιωπούσε για λίγο, κοίταζε μακριά, είχε κάτι το πολύ θεατρικό αυτή η κίνηση αλλά τόνιζε τη δραματική αφήγηση, και συνέχιζε:
          «Κρεμαστήκαμε από μια βάρκα. Γύρω μας βάρκες αναποδογυριζόντουσαν, άνθρωποι πετάγονταν από δω και από κει και άλλοι πνίγονταν. Καταφέραμε όμως να μπούμε στο αμπάρι ενός πλοίου με τη μητέρα και τον πατέρα. Καθόμασταν εκεί, κάμποσος κόσμος στοιβαγμένοι ο ένας επάνω στον άλλο. Μετά την τρομερή αυτή καταιγίδα, έπεσε μια τρομακτική σιωπή. Κανείς δεν ήξερε τι μας περίμενε».
          Η Ευαγγελία διατηρούσε στη μνήμη την αρχοντική φιγούρα της μητέρας της, που ντυνότανε, στολιζότανε και περνούσε η καρότσα και την έπαιρνε με τον πατέρα στο Sporting Club, όπου πήγαιναν για τις ωραίες βραδιές τους οι πλούσιοι της Σμύρνης. Όλα αυτά τα θυμότανε σαν μέρος μιας φανταστικής ζωής που δεν έζησε. Ονειρευόταν τα παλιά για ν’ απαλύνει την κούραση και την απογοήτευση του σήμερα. «Τέτοιο κορμί», μου έλεγε συχνά στεκάμενη μπροστά στον καθρέπτη, «και να μην το χαίρεται κανένας άντρας!» Άλλες φορές μιλούσαμε για όπερα, για Πουτσίνι και Βέρντι κι εγώ της έβγαλα το παρατσούκλι «Μιμή» από τους Μποέμ, γιατί, παρά τις ταλαιπωρίες που έζησε, το μελόδραμα ήταν η ζωή της.
          «Ό,τι μας φέρει η Παναγίτσα», απαντούσε η Μιμή κάθε φορά που τη ρωτούσα τι φαγητό έχει. «Ό,τι μας φέρει η Παναγίτσα», και σήκωνε τον σταυρό της, μια Ευαγγελία Αποστολίδου, που κατάντησε πρόσφυγας, που κατάντησε μια ράφτρα, ενώ ήταν γεννημένη για άλλα, τρανά πράγματα. Το έμαθα κι εγώ από αυτήν τη γυναίκα και το λέω για οτιδήποτε έλθει: «ό,τι


μας φέρει η Παναγίτσα». Και μου δίνει δύναμη.